Σάββατο, 7 Φεβρουάριος 2009

Βροχή

Μεγάλες σταγόνες βροχής μαστίγωναν το παράθυρο. Ο ουρανός ήταν γκρίζος όμως όχι ιδιαίτερα σκοτεινός. Ακριβώς όπως του άρεζε.
Σηκώθηκε νωχελικά απ’ το κρεβάτι. Κάθισε για λίγο κοιτάζοντας για λίγο έξω από το παράθυρο.
Δέντρα. Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του έβλεπε δέντρα. Λάτρευε τη θέα απ το δωμάτιο του. Ήξερε ότι αν πλησίαζε και κοιτούσε προς τ’ αριστερά θα έβλεπε την πόλη να απλώνεται προς τη δύση. Εκέινη την μέρα λίγα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν στους δρόμους και ακόμα λιγότεροι άνθρωποι.
Ενώ στα δεξιά και προς την ανατολή, ήταν η λίμνη. Η λίμνη που τη στοίχειωναν τόσες ιστορίες και για καιρό δεν είχε πιστέψει.
Βγήκε από το δωμάτιο. Το ξύλινο πάτωμα έτριζα κάτω από το βάρος των νωχελικών βημάτων. Προσπέρασε το σαλόνι και έφτασε την κουζίνα. Έβαλε νερό να ζεσταίνεται και πήγε στο μπάνιο. Πλύθηκε και συνήλθε. Επέστρεψε στην κουζίνα και έφτιαξε ένα φλιτζάνι αχνιστό καφέ. Γύρισε στο δωμάτιο.

Η βροχή είχε δυναμώσει. Ο ουρανός σκοτείνιασε κι άλλο.
Τράβηξε την καρέκλα και έκατσε στο πιάνο, μπροστά από το παράθυρο. Ακούμπησε το φλιτζάνι του στο λευκό ξύλο και χάιδεψε τα πλήκτρα. Πήρε μια βαθιά, ήπιε μια γουλιά καφέ και ξεκίνησε να παίζει το τελευταίο κομμάτι που είχε συνθέσει.
Σι Λα Φα# Ντο Σολ…Στην αρχή μείζονα κλίμακα και στη συνέχεια ελλάσονα.
Έφτανε στην κορύφωση του κομματιού. Δεν κοιτούσε πλέον την παρτιτούρα- δε τον ένοιαζε τι έπαιζε. Ήταν διαφορετικό από αυτό που είχε αρχικά γράψει, ακουγόταν όμως το ίδιο όμορφα. Κοίταζε έξω από το παράθυρο.
Τον είχε απορροφήσει η βροχή’ η κίνηση των κλαδιών κάτω από το χτύπημα του νερού.
Η κορύφωση. Μια νότα μετά. Σταμάτησε.
Το πιάνο δε τον γέμιζε. Σηκώθηκε και έκανε το γύρο του δωματίου.
Τα πάντα ήταν ταχτοποιημένα. Ένα βάζο με φρέσκα λουλούδια πάνω στο γραφείο που βρισκόταν στη γωνία απέναντι από το κρεβάτι. Κανένας τοίχος δεν ήταν γυμνός. Είχαν είτε μια βιβλιοθήκη ή κάποιον πίνακα. Κι όμως δεν τον έπνιγαν. Ίσα-ίσα αισθανόταν ελεύθερος στο δωμάτιο του όσο πουθενά αλλού.
Έπιασε στην τύχη ένα βιβλίο και ξάπλωσε και πάλι. Ίσα που διάβασε 2 -3 σελίδες όταν το βαρέθηκε και αυτό.
Ήξερε τι ήθελε να κάνει. Φοβόταν όπως την πρώτη φορά, όμως το ήθελε. Σηκώθηκε για άλλη μια φορά και βγήκε από το δωμάτιο. Ανέβηκε με αποφασιστικά βήματα στη σοφίτα. Εκεί ακολούθησε τη σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στη στέγη. Άνοιξε την καταπακτή και βγήκε στη βρεγμένη στέγη.
Όταν στάθηκε όρθιος είχε ήδη γίνει μούσκεμα, αλλά δε τον πολυένοιαζε.
Η θέα ήταν μαγευτική. Ακόμα περισσότερα δέντρα- μπορούσε να δει ολόκληρη τη λίμνη να ταράσσετε από τη βροχή.
Κανένα αυτοκίνητο και κανένας άνθρωπος πλέον από το δρόμο.
Πλησίασε περισσότερο προς την άκρη. Από το μέτωπο του κύλισαν δύο σταγόνες νερό μες στα μάτια του.
Σκούπισε το πρόσωπο του με τις παλάμες του. πήρε μια βαθιά ανάσα και έπεσε.

Λίγο πριν τη σύγκρουση, τίναξε με δύναμη τα φτερά του και πέταξε ψηλά. Είχε γίνει και πάλι ένα λευκό πουλί. Πάλι ελεύθερος. Εάν με τον αέρα, τον ουρανό, τον Πατέρα.
Πέταξε με δύναμη μέσα από τα σύννεφα. Ανέβηκε λίγο πιο ψηλά. Εκεί που δεν έβρεχε. Πετούσε ανάμεσα σε λευκά και γκρίζα σύννεφα. Από κάτω, όταν η ορατότητα ο επέτρεπε, κοιτούσε τη γη. Το σπίτι, τη λίμνη, την πόλη, τη ζωή του.
Τώρα δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν πουλί. Ελεύθερος – δε τα χρειαζόταν όλα αυτά. Το τοπίο ήταν ονειρεμένο. Άπειρα λιβάδια και μερικά σπίτια σκορπισμένα στην πεδιάδα.
Κάπου υπήρχε και μία παιδική χαρά- αυτό ήταν κάποτε τουλάχιστον.
Η τελευταία εικόνα που του είχε μείνει καθώς απομακρυνόταν ήταν η κούνια να λικνίζεται από μόνη της. Σαν κάποιο αόρατο ξωτικό να έπαιζε μαζί της. Όμως δεν ήταν κάνεις εκεί. Δε ξαναπλησίασε εκεί. Ήταν πολλές οι αναμνήσεις, δεν άντεχε.
Ήξερε ότι πετούσε από πάνω της και την προσπέρασε. Μείωσε το ύψος του και πλησίασε τη γη. Βρεχόταν. Ένιωθε τα χόρτα και τα αγριολούλουδα να χαϊδεύουν το σώμα του.
Κρωξίματα. Κραυγές. Έστριψε το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του. 5 κοράκια τον ακολουθούσαν ή καλύτερα, τον κυνηγούσαν. Έκραζαν σα δαιμονισμένα. Μάλλον δε τους είχε αρέσει το γεγονός ότι είχε μπει στα χωράφια τους, στον κόσμο του και στην ελευθερία τους. Αυτός- ένας άνθρωπος.
Κέρδισε πάλι ύψος. Προσπάθησε να τους ξεφύγει αλλά μάταια. Ήξερε ότι πάλι θα τον πιάνανε. Κι όντως σε μερικά δευτερόλεπτα τον είχαν κυκλώσει και πετούσαν γύρω του. Η επίθεση δεν άργησε.
Τα ράμφη τους τρυπούσαν τη σάρκα του, ξέσκιζαν τα φτερά του.
Η πτώση. Έπεφτε γρήγορα με ταχύτητα. Τα κοράκια βεβαιώθηκαν ότι είχαν νικήσει, έτσι πέταξαν μακριά…
Λίγο πριν τη σύγκρουση, βρέθηκε στο δωμάτιο του.
Ήταν μούσκεμα και λαχανιασμένος. Από τις άκρες των ματιών του αιμορραγούσε. Οι στάλες του αίματος έμοιαζαν με πορφυρά δάκρυα έτσι πως αυλάκωναν το πρόσωπο του.
Σηκώθηκε από το πάτωμα και πλησίασε το γραφείο. Πήρε μία κόλα χαρτί. Μία σταγόνα αίματος έπεσε και πότισε το κέντρο του χαρτιού.

Έγραψε….

ΤΕΛΟΣ.

Δημιούργησε έναν κόσμο- και πάλι…






Δε μπορείτε να πείτε...Άργησα αλλά έβαλα καινούργια πραγματάκια! More to come!

The sacrifice was never done

The sacrifice was never done
A wooden cross
Awaits empty with a ghost
Leaving its last breath

No lamp to die tonight
Whole world’s undone
Will life begun?

The sacrifice was never done
Sweet salvation withered
Before it’s even born
No blood to shield the Arch
One heart remains to stop

Doomed to spent eternity
In black tears
-tears that we face
The One chose to live
Dark wings on our backs
Thorns in our hearts

The sacrifice was never done
Death’s the enemy
Who stands in his way
Crescent moon will wash away the blood
The spirit died
A heart forgot to bit

Heaven’s tear broke the spell
The sacrifice is done
The dream is gone

Σάββατο, 13 Δεκέμβριος 2008

Νανούρισμα

Νανούρισμα μωράκι μου
θέλω να τραγουδήσω,
στην αγκαλιά μου τρυφερά
θέλω να σε κρατήσω.
Μ’ ονειροσέντονο απαλό
ζεστά να σε σκεπάσω
πούχει στολίδια και φλουριά
αγάπη, προσευχή, καρδιά.
Το κέντησα για σένανε
κλωστές από μετάξι
της άνοιξης τα χρώματα
της θάλασσας τη χάρη
τ’ αηδονιού τη μουσική
το φως απ’ το φεγγάρι
Έχει αστέρια λαμπερά
όνειρα για να κάνεις,
έχει αγέρα δροσερό
χάδι που διώχνει το κακό.
Όμως…τ’ ονειροσέντονο μικρό,
και σαν το ξεπεράσεις
να το πετάξεις μακριά.
Μη λυπηθείς, μη φοβηθείς
ακόμη κι αν σπαράξω.
Εσύ μεγάλο τώρα πια
κεντίδια και μαλάματα
πιο λαμπερά, πιο χαρωπά,
δικά σου θε να φτιάξεις.

Παρασκευή, 24 Οκτώβριος 2008






Σιωπή - η σιωπή σου

Πνιγμένοι λυγμοί - η σιωπή μου

Αδιαφορία - η σιωπή σου στη σιωπή μου



-πετάω πέτρες για να τη σπάσω,
μα αυτό που σπάει είναι η δική μου
απο τα βογκητά της προσπάθειας μου




Σάββατο, 18 Οκτώβριος 2008

γευσιγνωσία δεύτερη



Κι αν ακόμα είμαι ζαλισμένη από το χορό τον περίεργο των χρωμάτων και το άρωμα της πόλης με συνοδεύει σε κάθε χτύπο της καρδιάς μου, τώρα πια νιώθω πιο στέρεα τα βήματά μου και δεν περπατώ στα σύννεφα. Τώρα πια βρίσκομαι σε λιβάδι με παπαρούνες και πράσινη βλάστηση στρωμένη ώσπου φτάνει το μάτι, τώρα πια ο ήλιος που υψώνεται κάθε πρωί και τρυπώνει απ τη χαραμάδα στο μικρό μου δωμάτιο είναι πιο ζεστός και πιο φωτεινός. Αισθάνομαι να κρατώ στο χέρι μπαλόνια˙ μπαλόνια πολύχρωμα κρατώ στο δεξί χέρι κι ετοιμάζομαι να τα αφήσω ελεύθερα στο γαλάζιο ουρανό να σχηματίσουν αερόστατα. Έχω τόσα πολλά μπαλόνια στο χέρι, θέλω τόσο πολύ να τα αφήσω να πετάξουν, δεν το σκέφτομαι καν, τα αφήνω και φεύγουν, πετούν μακριά μαζί με τα πουλιά.

γευσιγνωσία πρώτη




Κι η καρδιά μου που χτυπά ασταμάτητα και δεν ξέρω τι να την κάνω… Θα ξυπνήσω μια μέρα και θα κοιτάξω στο στέρνο και δεν θα είναι εκεί …
Πιστεύω να βρω την ηρεμία μου μέσα στο πλήθος και να γίνω ένα με τους ήχους της πόλης σύντομα. Τα χρώματά της με συναρπάζουν. Όπου κοιτάξω βλέπω χρώματα όπως αυτά της ίριδας. Όλη η πόλη μια υπαίθρια αγορά που πουλά αγαθά παντός είδους. Θυμώνω με τον εαυτό μου που παρασύρεται και αφήνει να τον παγιδεύσει η δίνη του μοντέρνου. Δεν έχω σκοπό να αφεθώ πλήρως το ορκίζομαι ˙ απλά θέλω για λίγο να γευτώ την νοτιά της, πασχίζω να ζωντανέψω στους ατελείωτους δρόμους της και να χαθώ στα κτίρια που μοιάζουν όλα φτιαγμένα από τα χέρια του ίδιου καλλιτέχνη.
Θέλω να χαζέψω τις βιτρίνες στην πιο πολυσύχναστη λεωφόρου του καταναλωτισμού, τουρίστας στα κόκκινα λεωφορεία γυρεύω σε κάθε φωτογραφία να φυλάξω λίγη από την μαγεία του σύμπαντος που ζω… Την ίδια στιγμή η γη αγκομαχά κάτω από τον ήλιο και οι καρδιές που περιδιαβαίνουν και αλλάζουν στάσεις και δρομολόγια μύριες στον υπόγειο σιδηρόδρομο.





(...)Aρχίζει πάλι το ψιλόβροχο κι εγώ τυφλά περπατώντας, θολωμένη ακόμα από τη λάμψη της πόλης, προσπαθώ να συνέλθω για να κάνω αυτό για το οποίο ήρθα εδώ…

Κυριακή, 28 Σεπτέμβριος 2008

Ο Μύθος των Τεσσάρων Καβαλάρηδων. Επεισόδιο 2: Η Αφύπνιση

Το επόμενο πρωί ξημέρωσε χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα. Η Νάλια ανησυχούσε μήπως δει και δεύτερο εφιάλτη αλλά προς μεγάλη της ανακούφιση δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι της ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά. Ήταν ήδη μεσημέρι. Νυσταγμένη ακόμα, φόρεσε τη στολή της και βγήκε έξω από τη σκηνή της. Ο Αλέξης μιλούσε με τον Μιλτιάδη λίγο πιο πέρα και απ ότι φαινόταν δεν είχαν να πουν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί ο Μιλτιάδης απομακρύνθηκε μετά από λίγο. Ο νεαρός γύρισε και το βλέμμα του στράφηκε στο θηλυκό βαμπίρ που τον κοιτούσε αγουροξυπνημένο.
« Μπα, ξύπνησες; Πως και τόσο νωρίς; Ο ήλιος λάμπει ακόμα ».
« Ως υβριδικό βαμπίρ αυτό δεν με ενοχλεί ιδιαίτερα. Τελοσπάντων, είχαμε τίποτα καινούργιο σήμερα; Κανένα νέο από τα άλλα μέτωπα; ».
« Όχι. Ο Μιλτιάδης λέει ότι είναι πολύ πιθανόν να προχωρήσουμε πέρα από την κοιλάδα. Ο σκοπός μας εδώ έχει ολοκληρωθεί, τουλάχιστον απ ότι λέει εκείνος ».
« Και που θα πάμε τώρα ;».
« Ίσως σπεύσουμε προς ενίσχυση του βορειοδυτικού μετώπου. Η Δρυκίλλη βρίσκεται ακόμα σε κατάσταση πολιορκίας και απ ότι ακούω δεν ξέρουν πόσο θα μπορέσει να κρατήσει ακόμα. Χρειάζεται ενισχύσεις, αυτό είναι σίγουρο ».
« Να αρχίσουμε δηλαδή να πακετάρουμε τις σκηνές και τον εξοπλισμό μας; ».
« Όχι ακόμα. Το επιτελείο δεν έχει πάρει την οριστική του απόφαση. Κι εκτός αυτού πρέπει να κάνουμε έναν τελευταίο έλεγχο στην περιοχή πριν φύγουμε. Προσωπικά λέω να λάβω μέρος στην τέταρτη περιπολία που θα γίνει σε δυο ώρες ».
« Τότε θα έρθω κι εγώ ».
<< Καλώς. Α, και κάτι ακόμα. Μήπως είχες κανέναν άλλον εφιάλτη; >>.
<< Μετά τον προχθεσινό; Όχι ευτυχώς. Μάλλον δεν είχε και μεγάλη σημασία
τελικά >>.
<< Μακάρι >>, μουρμούρισε ο Αλέξης που διατηρούσε τις αμφιβολίες του. Ωστόσο η προσοχή του διασπάστηκε από την έκφραση που είχε πάρει το πρόσωπο της Νάλιας. Οι σκηνές τους ήταν τοποθετημένες κοντά στην πύλη του στρατοπέδου και έτσι ήταν σε θέση να δουν όποιον νεοφερμένο ερχόταν στο στρατόπεδο. Ο Αλέξης πρόσεξε ότι τα χαρακτηριστικά της είχαν τραβηχτεί δίνοντας της μια έκφραση φόβου και δυσπιστίας.
<< Δεν μπορεί >>, ψιθύρισε.
<< Τι δεν μπορεί; >>, τη ρώτησε ο νεαρός.
<< Πως βρέθηκε αυτός εδώ; >>, ρώτησε το θηλυκό βαμπίρ μέσα από τα δόντια του. Ο Αλέξης γύρισε να δει τι ήταν αυτό που την είχε αναστατώσει τόσο πολύ.
Έξω από την πύλη είχε σταματήσει ένας μονόκερως και από πάνω του ξεπέζευε εκείνη τη στιγμή ένας μελαχρινός νεαρός γύρω στα δεκαοχτώ. Δεν φορούσε πανοπλία παρά μόνο μια απλή φόρμα ιππασίας που θα τον διευκόλυνε πολύ πάνω στον μονόκερω.
<< Τι τρέχει μ’ αυτόν; >>, ρώτησε ο Αλέξης που εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει και πολλά.
<< Τον είχα δει στον εφιάλτη μου >>, είπε με φρίκη η Νάλια. << Πρέπει να κάνουμε κάτι. Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε να μπει έτσι στο στρατόπεδο >>, είπε και σηκώθηκε βαδίζοντας αποφασιστικά προς την μεριά της πύλης.
Ο νεαρός ιππέας μιλούσε με έναν από τους φρουρούς της πύλης όταν πλησίασε η Νάλια.
<< Θα πρέπει να απευθυνθείτε στο κέντρο πληροφοριών. Μάρκο συνόδεψε τον λίγο μέχρι εκεί >>.
<< Περιμένετε!! >>, πρόσταξε η Νάλια που είχε πλησιάσει. << Δεν πρέπει να τον αφήσετε να μπει μέσα στο στρατόπεδο. Είναι επικίνδυνος >>.
Ο νεαρός γύρισε και την κοίταξε με ένα ύφος που πρόδιδε ότι διασκέδαζε μ αυτή την χαριτωμένη σκηνή.
<< Με συγχωρείτε δεσποινίς αλλά δεν θυμάμαι να σας έχω συναντήσει ποτέ ως τώρα. Γι αυτό αν μου επιτρέπετε έχω κι άλλες δουλείες… >>.
<< Όχι >>, είπε αποφασιστικά η Νάλια φράζοντας του τον δρόμο. << Σε είδα σε ένα εφιάλτη προχθές. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο >>. Το πρόσωπο του σκοτείνιασε μόλις άκουσε αυτά τα λόγια.
<< Α, βλέπω ότι είχες την ατυχία να δεις το προμήνυμα >>.
<< Το ποιο; >>, ρώτησε ο Αλέξης.
<< Το προμήνυμα των Τεσσάρων Καβαλάρηδων νεαρέ >>, στράφηκε στον Αλέξη με τους φρουρούς να τον κοιτάνε σαστισμένοι. << Η προειδοποίηση που βλέπει κάποιος στον ύπνο του όταν ξυπνάνε οι Τέσσερις Καβαλάρηδες. Δεν πρόκειται για κάνα ευχάριστο όνειρο βέβαια, αυτό να λέγεται >>.
<< Ακριβώς. Κι αφού το παραδέχεσαι τότε δεν έχουμε κανένα λόγο να σε αφήσουμε να μπεις στο στρατόπεδο >>, του είπε η Νάλια. Οι φρουροί έδειξαν να συμφωνούν μαζί της και τώρα κοιτούσαν τον νεαρό με δυσπιστία και τις λόγχες τους στραμμένες πάνω του.
<< Κάνετε λάθος >>, τους απάντησε εκείνος ήρεμα. << Δεν είμαι εδώ για να σας κάνω κακό αλλά για να σας προστατέψω από τα αδέρφια μου. Αν είδες το προμήνυμα όπως λες τότε θα θυμάσαι ότι ο τελευταίος καβαλάρης δεν ήταν σαν τους προηγούμενους αλλά προσπαθούσε να προστατέψει τα θύματα τους. Αυτό κάνω κι εγώ λοιπόν >>.
<< Αυτό είναι γεγονός >>, παραδέχτηκε η Νάλια αν και συνέχιζε να τον κοιτάει δύσπιστα. << Έστω κι έτσι. Τι θες εδώ; >>, τον ρώτησε.
<< Πληροφορίες. Πρέπει να μάθω κάποια πράγματα για τις κινήσεις των άλλων καβαλάρηδων >>.
Η Νάλια φάνηκε να διστάζει για μια στιγμή αλλά τελικά παραμέρισε και τον άφησε να περάσει. Ο νεαρός προχώρησε μπροστά με τη συνοδεία του Μάρκου που τον πήγαινε στο κέντρο πληροφοριών του στρατοπέδου. Ο Αλέξης και το θηλυκό βαμπίρ τον ακολουθούσαν κατά πόδας. Όταν έφτασαν ο νεαρός άρχισε να κάνει διάφορες ερωτήσεις στον αρμόδιο του γραφείου.
<< Μήπως ξέρετε αν συνέβη κάποια απαγωγή η κάποιο εξαιρετικά ειδεχθές περιστατικό βασανισμού από προχθές; >>.
<< Όχι, δεν μας έχει έρθει καμία τέτοια αναφορά >>, του απάντησε εκείνος κοιτώντας τον λοξά γιατί ήταν πολύ ασυνήθιστο να ζητάει κάποιος τέτοιου είδους πληροφορίες σε ένα στρατόπεδο και μάλιστα όταν υπήρχαν πολύ πιο επείγουσες εξελίξεις. Ωστόσο ο νεαρός δεν φάνηκε να πτοείται.
<< Κάποια καταστροφή μεγάλης κλίμακας όπου τα θύματα να βασανίστηκαν βάναυσα; >>.
<< Όχι, τίποτα τέτοιο >>, απάντησε και πάλι ο αρμόδιος υπάλληλος κοιτώντας τον ακόμα πιο παράξενα.
<< Κάποια τρομοκρατική επίθεση τότε; >>.
<< Όχι, δεν είχαμε κανένα τέτοιο περιστατικό στα εδάφη μας >>.
<< Παράξενο >>, σχολίασε απογοητευμένος ο νεαρός. << Περίμενα ότι μέχρι τώρα θα είχαν ήδη αρχίσει >>.
<< Ποιοι; >>, τον ρώτησε ο Αλέξης.
<< Οι άλλοι καβαλάρηδες φυσικά. Μέχρι τώρα δεν έχουν κάνει τίποτα, πράγμα που είναι ασυνήθιστο γι αυτούς. Μπορεί ωστόσο να συμβεί κάτι μέχρι το βράδυ. Δεν μπορώ να καταλάβω όμως… >>. Την τελευταία φράση την είπε περισσότερο στον εαυτό του παρά στους άλλους γύρω του.
Ωστόσο ούτε κι όταν νύχτωσε ήρθε στο στρατόπεδο κάποια ανησυχητική είδηση από το είδος που περίμενε ο νεαρός και η ανησυχία του μεγάλωσε.
« Μα καλά τι γίνεται; Μέχρι τώρα έπρεπε να είχαμε τουλάχιστον πέντε επιθέσεις. Τι στην ευχή κάνουν; Και γιατί δεν μπορώ να νιώσω το στέμμα; », μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του. Ο Αλέξης και η Νάλια τον είχαν πάρει από κοντά αλλά δεν κατάφεραν να του πάρουν και πολλές πληροφορίες. Μετά από πολλή ώρα τους είπε ότι το όνομα του ήταν Κάδμος. Κατά τα άλλα δεν είχε και πολλή όρεξη για κουβέντες. Μονάχα πηγαινοερχόταν μέσα κι έξω από την πύλη του στρατοπέδου κοιτώντας πότε τον ορίζοντα και πότε τον θηλυκό του μονόκερω. Σε αντίθεση με τον καβαλάρη της εκείνη ήταν τελείως χαλαρή. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν επέστρεψε το απόσπασμα του Μιλτιάδη.
<< Κανένα νέο; >>, τον ρώτησε ο Αλέξης.
<< Όχι, μπορούμε να μετακινηθούμε ανατολικά τώρα πια. Ολόκληρη η περιοχή περιμετρικά της κοιλάδας είναι υπό τον έλεγχο μας. Δεν διατρέχουμε κανένα κίνδυνο αν προελάσουμε >>. Μόλις όμως το βλέμμα του έπεσε στον Κάδμο άλλαξε απότομα στάση. Το βλέμμα του από εκεί που ήταν αδιάφορο έγινε έκπληκτο.
<< Κάδμε…; Εσύ εδώ; Πότε ξύπνησες; >>, τον ρώτησε ανήσυχος.
<< Μόλις σήμερα το πρωί. Κι εδώ που τα λέμε εγώ θα έπρεπε να σου κάνω αυτή την ερώτηση. Πάνε έξι χρόνια από την τελευταία φορά που σε είδα στη Νιδράλλη. Δεν φαντάζομαι να μην έφυγες καθόλου; >>.
<< Όχι επέστρεψα πριν από ένα χρόνο εδώ. Ήδη έχει ξεσπάσει ο πόλεμος που περιμέναμε. Πριν ένα μήνα μάλιστα κερδίσαμε την πρώτη μεγάλη μας νίκη. Αλλά εσύ τι έκανες μέχρι τώρα; Είναι κάπου εδώ κοντά τα αδέρφια σου; >>, τον ρώτησε ανήσυχος.
<< Όχι κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα >>, ξεφύσηξε εκνευρισμένος ο Κάδμος. << Από την ώρα που ξύπνησα δεν μπορώ να νιώσω ούτε καν την παρουσία του Στέμματος >>.
<< Και τι σημαίνει αυτό; >>.
<< Μακάρι να ήξερα >>.
<< Συγνώμη >>, τους διέκοψε η Νάλια, << αλλά μήπως μπορείτε να μας εξηγήσετε τι ακριβώς συμβαίνει; Και καταρχήν ποιος ακριβώς είναι αυτός ο νεαρός; Από πού τον ξέρεις εσύ; >>, ρώτησε τον Μιλτιάδη. Ο Αλέξης και οι φρουροί της πύλης μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του αποσπάσματος παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον τη συζήτηση.
<< Υποθέτω ότι θυμάσαι σε γενικές γραμμές τον Μύθο των Τεσσάρων Καβαλάρηδων >>.
<< Περίπου. Πάνε αρκετά χρόνια που διάβασα αυτό το παραμύθι >>.
<< Παραμύθι; Ώστε έτσι ε; >>, είπε ειρωνικά ο Κάδμος.
<< Νάλια σου έχω ήδη πει ότι αυτή η ιστορία μόνο φανταστική δεν είναι αλλά από ότι βλέπω δεν εννοείς να το χωνέψεις. Ευκαιρία λοιπόν να πλουτίσουμε όλοι τις γνώσεις μας. Κάπου εδώ έχω ένα αντίγραφο, μισό λεπτό να το βρω >>. Ανακάτεψε λίγο τα πράγματα του και ύστερα έβγαλε ένα χειρόγραφο τριών περίπου σελίδων.
<< Ωραία, το βρήκα, ελάτε στη σκηνή μου Κάδμε, Αλέξη και Νάλια. Έχουμε να συζητήσουμε αρκετά >>.